Η Μάνη είναι τόπος, στεγνός, πετρώδης, απέριττος. Χαμηλή βλάστηση με ορεινούς
όγκους γυμνούς και “δουλεμένους” από αέρα, ήλιο, αλάτι. Τα σπίτια των ανθρώπων
της ήταν αμυντικές κρυψώνες από εχθρούς και φύση, που το μπλε της θάλασσας τα
ημέρευε.
Παρά την σημερινή άτοπη “ανάπτυξη” που διαμόρφωσε μια γλαφυρή εικόνα
“παραδοσιακής” αντίληψης και τουριστικού υποπροϊόντος, ζω εδώ και πάνω από 20
χρόνια μαζί με τον σύντροφό μου, γιατί η αρχαϊκή αμεσότητα του τοπίου και των
ανθρώπων υπάρχει ακόμα· στο βράχο, στην μονολεκτική απάντηση, σε μια συστάδα
δέντρων, στην κοφτή χειρονομία, στους θορυβώδεις καιρούς, στο στιγμιαίο
βλέμμα, στα ιλιγγιώδη καλοκαιρινά μεσημέρια.
Σαν επισκέπτης περιφέρομαι σε αστικά κέντρα όπου πάντα με εκπλήσσει η σιωπηρή
συμφωνία των ανθρώπων να ζουν μαζί τόσο κοντά που μοιραία εκτός των πάσης
φύσεως “αναθυμιάσεων” μοιράζονται τις ίδιες προσδοκίες και φιλοδοξίες.
Τους τόπους αυτούς - Φύση, Άστυ, Άνθρωπος – επεξεργάζομαι εικαστικά
λαμβάνοντας υπόψιν το παρελθόν και το προσωπικό βίωμα. Το αποτέλεσμα είναι
εννοιολογικό άλλοτε δε περιγραφικό (μια πλαγιά, ένα νταμάρι, κτήρια,
πορτραίτα, εσωτερικοί χώροι, μια επιθυμία). Είναι εικόνες που ορίζουν,
πιστεύω, τον τόπο μου, το πεδίο μου, τον χώρο μου
Το ταξιδάκι
Hu, hu, I'm free! Hu, hu, I'm free!
Ξαπλώνει και βουρκώνει
και σαπίζουν τα φυτά
και λασπώνει το χρώμα και την δροσιά
άλλοτε γουργουρίζοντας σαν γάτα
ρολάρει
τραγουδούν τα γυαλάκια
τα έντομα
τα φύλλα
κι' αφηνιασμένο κοπανιέται στα βράχια και στα ντενεκεδάκια
Hu, hu, I'm free! Hu, hu, I'm free!
αφροί ρίζες κι' αποτσίγαρα το στολίζουν
όταν τρελό τούτο ορμά
στο μεγάλο αλμυρό όρμο